Μπαίνεις πολλές φορές στη διαδικασία να φιλτράρεις όσα λες μπροστά στα παιδιά, λες και μεγαλώνεις έναν μικρό εκπρόσωπο Τύπου που κρατάει σημειώσεις για τα λάθη σου. Προσέχεις τον τόνο σου, τις λέξεις σου, ακόμα και το βλέμμα σου όταν είσαι κουρασμένη. Κάπου εκεί όμως ξεκινά μια μεγάλη παρεξήγηση γύρω από τη γονεϊκότητα. Τα παιδιά δεν μεγαλώνουν καλύτερα δίπλα σε ανθρώπους που μοιάζουν αλάνθαστοι. Μεγαλώνουν καλύτερα δίπλα σε ανθρώπους αληθινούς. Γιατί τα παιδιά καταλαβαίνουν περισσότερα απ’ όσα νομίζεις. Βλέπουν τη σιωπή, την ένταση, την αμηχανία, το ψεύτικο χαμόγελο που φοράς ενώ μέσα σου βράζεις σαν κατσαρόλα Κυριακής. Και όταν ένας γονιός προσπαθεί συνεχώς να δείχνει άτρωτος, το παιδί αρχίζει να πιστεύει πως τα δύσκολα συναισθήματα
Όταν λες σε ένα παιδί “σήμερα είμαι στεναχωρημένη”, “έκανα λάθος”, “μίλησα άσχημα και το σκέφτομαι”, του δίνεις κάτι πολύ πιο σημαντικό από ένα μάθημα καλής συμπεριφοράς. Του δείχνεις πώς μοιάζει ένας άνθρωπος που αναγνωρίζει τα συναισθήματά του χωρίς να διαλύεται από αυτά. Τα παιδιά δεν χρειάζονται γονείς που παίζουν μόνιμα τον ρόλο του σοφού γκουρού με νεύρα βουδιστή μοναχού. Χρειάζονται ενήλικες που ξέρουν να επιστρέφουν, να εξηγούν, να ζητούν συγγνώμη, να αντέχουν μια δύσκολη κουβέντα χωρίς να εξαφανίζονται συναισθηματικά. Εκεί μαθαίνουν και τα ίδια τι σημαίνει συναισθηματική ωριμότητα. Όχι μέσα από θεωρία, αλλά μέσα από καθημερινές σκηνές ζωής. Από εκείνες τις μικρές στιγμές στην κουζίνα, στο αυτοκίνητο, λίγο πριν τον ύπνο, όπου ένα παιδί καταλαβαίνει ότι οι άνθρωποι δεν χωρίζονται σε “καλούς” και “κακούς”, αλλά σε ανθρώπους που προσπαθούν να καταλάβουν τον εαυτό τους.
Οι οικογενειακές ιστορίες δίνουν ρίζες και αντοχή
Τα παιδιά έχουν ανάγκη να γνωρίζουν ότι οι άνθρωποι της οικογένειάς τους πέρασαν δυσκολίες, φοβήθηκαν, μπερδεύτηκαν και συνέχισαν. Όχι για να φορτωθούν τα βάρη των μεγάλων, αλλά για να νιώσουν ότι η ζωή δεν καταρρέει μόλις κάτι πονέσει. Όταν μοιράζεσαι μια αληθινή ιστορία από τα δικά σου παιδικά χρόνια, από μια αποτυχία, έναν φόβο ή μια περίοδο που δεν ήξερες τι να κάνεις, το παιδί ακούει κάτι βαθιά παρηγορητικό. Ακούει ότι η αβεβαιότητα είναι μέρος της ζωής και όχι προσωπική αποτυχία. Αυτό δημιουργεί ψυχική ανθεκτικότητα. Τα παιδιά που μεγαλώνουν μέσα σε αληθινές αφηγήσεις έχουν πιο ισχυρή αίσθηση ταυτότητας, γιατί νιώθουν ότι ανήκουν σε μια ανθρώπινη ιστορία και όχι σε μια βιτρίνα τελειότητας. Και μεταξύ μας, καμία παιδική ανάμνηση δεν χτίζεται γύρω από έναν “τέλειο” γονιό. Χτίζεται γύρω από εκείνον που ήταν παρών, αληθινός και συναισθηματικά διαθέσιμος.
Τα παιδιά δεν ψάχνουν έναν άνθρωπο που τα κάνει να πιστεύουν πως η ζωή είναι πάντα τακτοποιημένη. Ψάχνουν έναν άνθρωπο που θα τους μάθει ότι μπορείς να φοβάσαι και να συνεχίζεις, να κάνεις λάθος και να διορθώνεις, να πληγώνεσαι και να αγαπάς χωρίς να σκληραίνεις. Αυτές οι εικόνες μένουν μέσα τους για χρόνια. Όχι οι τέλειες απαντήσεις, αλλά οι αληθινές στιγμές. Κάποτε θα ξεχάσουν τι ακριβώς τους είπες σε μια δύσκολη περίοδο, αλλά θα θυμούνται την αίσθηση ότι μπορούσαν να σε εμπιστευτούν. Και αυτό είναι ίσως το πιο δυνατό πράγμα που μπορεί να δώσει ένας γονιός σε ένα παιδί. Όχι μια άψογη εικόνα, αλλά μια σχέση όπου χωρά η αλήθεια, η τρυφερότητα, η αμηχανία, η προσπάθεια και η ανθρώπινη πλευρά της ζωής.
Κεντρική εικόνα και εικόνα άρθρου: iStock

