Η Αμοργός, το νησί των ανεμογεννημένων βράχων και των βαθιά γαλάζιων νερών, ήταν πάντα ένα μέρος μαγείας. Και για την Κατερίνα, μια ζωγράφο με την καρδιά γεμάτη χρώματα και όνειρα, αλλά και για τον Θέμη, έναν αρχιτέκτονα με την ψυχή που ταξίδευε με την αύρα της θάλασσας, η Αμοργός έγινε ο τόπος όπου άνθισε ο έρωτάς τους, σαν ένα από τα άγρια αγιοκέριτα που στόλιζαν τα μονοπάτια του νησιού.
Η Κατερίνα είχε έρθει στην Αμοργό για να βρει έμπνευση. Τα ερημωμένα μοναστήρια, τα λαμπερά λευκά κυκλαδίτικα σπίτια, οι αθέατοι όρμοι που σμίλευαν οι άνεμοι, όλα της ψιθύριζαν ιστορίες. Είχε στήσει το μικρό της στούντιο σε ένα παλιό σπιτάκι στη Χώρα, με θέα στο Αιγαίο. Τα πρωινά της ξεκινούσαν με τον ήχο των κυμάτων και τον καφέ στο χέρι, καθώς ζωγράφιζε τον φάρο της Αρκαδιού, τους αετούς που έκαναν κύκλους στον ουρανό, τον απόκρημνο βράχο του μοναστηριού της Παναγίας της Χοζοβιώτισσας.
Ο Θέμης, από την άλλη, ήταν μόνιμος κάτοικος της Αμοργού. Η οικογένειά του είχε ρίζες βαθιά στο νησί. Είχε αφήσει την Αθήνα και τη φασαρία της πόλης για να ζήσει πιο κοντά στη φύση, την ηρεμία, και την ουσία. Η δουλειά του, η αναπαλαίωση παλιών σπιτιών, τον έφερνε σε επαφή με την ιστορία και την ψυχή του νησιού. Ήξερε κάθε πέτρα, κάθε γωνιά, κάθε μυστικό που κρύβει η Αμοργός.
Η πρώτη τους συνάντηση ήταν απρόσμενη, την ώρα που η Κατερίνα προσπαθούσε να πιάσει την αίσθηση του ανελέητου αέρα που σήκωνε την άμμο στην παραλία των Αγίων Σαράντα. Είχε σκονίσει όλο το καβαλέτο της και τα χέρια της ήταν γεμάτα άμμο. Ο Θέμης, περνώντας με το μικρό του καΐκι, την είδε και σταμάτησε, περιέργεια ζωγραφισμένη στο πρόσωπό του.
«Χρειάζεστε βοήθεια;» ρώτησε με τη βαθιά, ήρεμη φωνή του.
Η Κατερίνα γύρισε, ξαφνιασμένη. Ένα αγόρι με μαλλιά που τα έπαιζε ο αέρας, μάτια βαθιά σαν τη θάλασσα και ένα χαμόγελο που έμοιαζε σαν να το φώτιζε ο ήλιος. «Ναι, λίγη μάλλον. Ο άνεμος έχει αποφασίσει να κάνει τη δική του τέχνη σήμερα,» είπε χαμογελώντας.
Από εκείνη τη στιγμή, τα βλέμματά τους συναντήθηκαν και κάτι αισθάνθηκε η Κατερίνα να μετακινείται μέσα της. Ο Θέμης την βοήθησε να καθαρίσει το καβαλέτο της και, καθώς μιλούσαν, έμαθε για την αγάπη της στην ζωγραφική, την αναζήτηση της έμπνευσής της, και την ομορφιά που έβρισκε στα απλά πράγματα. Εκείνος της μίλησε για την Αμοργό, για τα μυστικά της, για το πώς η ψυχή του νησιού εισχώρησε στην δική του.
Κάθε μέρα, ο Θέμης έβρισκε τρόπους να περνάει από το στούντιο της Κατερίνας, ή να της φέρνει ένα καφέ το πρωί, ή να την πηγαίνει με το καΐκι του σε κρυφούς όρμους όπου κανένας άλλος δεν πήγαινε. Της έδειχνε τα αγαπημένα του μέρη, τις μυστικές παραλίες, τα μονοπάτια που ένωναν τα χωριά, τα σημεία όπου το ηλιοβασίλεμα ήταν πιο μαγικό.
Η Κατερίνα, με τη σειρά της, του έδειχνε την Αμοργό μέσα από τα δικά της μάτια. Του περιέγραφε τα χρώματα που έβλεπε, τον τρόπο που το φως έπεφτε πάνω στους λόφους, την αίσθηση της ελευθερίας που την πλημμύριζε. «Θέμη,» του έλεγε, «εσύ την ξέρεις την Αμοργό, εγώ την αισθάνομαι. Κι αυτό είναι μαγικό, να νιώθεις ένα μέρος, να το ζωγραφίζεις.»
Οι ημέρες τους χάνονταν στην ομορφιά του νησιού. Έκαναν βόλτες στα σοκάκια της Χώρας, αγκαλιασμένοι, κάτω από τα αστέρια. Έτρωγαν στα ταβερνάκια του Καταπόλου, ακούγοντας τις ιστορίες των παλιών ψαράδων. Κολυμπούσαν στα κρυστάλλινα νερά της Αγίας Άννας, και ο Θέμης ένιωθε την Κατερίνα να γίνεται ένα με το νερό, με το φως, με την άγρια ομορφιά του Αιγαίου.
Ένα βράδυ, κάτω από την γέφυρα του «Μεγάλου Βράχου», εκεί που ο Μπερνάρντο Μπερτολούτσι είχε γυρίσει το «Τελευταίο Τανγκό στην Παρίσι», ο Θέμης σταμάτησε. Κράτησε τα χέρια της Κατερίνας, καθρεφτίζοντας τα μάτια της στο φως της πανσελήνου.
«Κατερίνα,» είπε, η φωνή του τρεμουλιαστή από συγκίνηση. «Εδώ, στο δικό μου νησί, βρήκα κάτι πιο όμορφο από την ηρεμία που έψαχνα. Βρήκα εσένα. Τα μάτια σου, η ψυχή σου, το γέλιο σου. Με έχεις ερωτευτεί, έτσι δεν είναι;»
Η Κατερίνα, με δάκρυα στα μάτια, απλά έγνεψε. «Θέμη, ναι. Σ’ αγαπώ. Σ’ αγαπώ τόσο πολύ, που νομίζω πως η Αμοργός κι εσύ γίνατε το ίδιο πράγμα για μένα. Η έμπνευσή μου, η ζωή μου, το σπίτι μου.»
Ο Θέμης την αγκάλιασε σφιχτά, σαν να ήθελε να την απορροφήσει στην αγκαλιά της γης. «Κι εγώ σ’ αγαπώ, Κατερίνα. Εδώ, δίπλα στη θάλασσα, κάτω από τον ουρανό της Αμοργού, θα φτιάξουμε τη δική μας ιστορία, την ιστορία μας.»
Έτσι, η Κατερίνα δεν έφυγε από την Αμοργό. Η έμπνευσή της πήρε άλλη μορφή. Άρχισε να ζωγραφίζει όχι μόνο τα τοπία, αλλά και τον Θέμη, τον έρωτά τους, την αίσθηση της αρμονίας που είχαν βρει. Τα χρώματά της έγιναν πιο ζωντανά, πιο βαθιά, πιο αληθινά.
Ο Θέμης, με τη σειρά του, ένοιωθε την αίσθηση του romatic να γεμίζει τις μέρες του. Άρχισε να αναπαλαιώνει ένα παλιό αρχοντικό κοντά στο λιμάνι, με θέα στο απέραντο γαλάζιο, σκέφτοντας την Κατερίνα, τα όνειρά τους, το μέλλον τους.
Η Αμοργός, το νησί που μέχρι πρότινος ήταν για την Κατερίνα ένα μέρος έμπνευσης, έγινε σπίτι. Έγινε η σκηνή όπου αναπτύχθηκε η πιο όμορφη ιστορία αγάπης, μια ιστορία που είχε τη γεύση του αλατιού, τον ήχο του ανέμου, και το βαθύ, αιώνιο γαλάζιο του Αιγαίου.
Κάθε φορά που η Κατερίνα ζωγράφιζε, έβλεπε τον Θέμη – στα σπασμένα κύματα, στον ήλιο που χάραζε τους βράχους, στα λευκά σπίτια που έμοιαζαν με πλοία πνιγμένα στο φως. Και κάθε φορά που ο Θέμης έβλεπε την αγαπημένη του να ζωγραφίζει, ένιωθε την καρδιά του να γεμίζει με το πάθος της, την ομορφιά της, την αγάπη της.
Η ιστορία τους ήταν απλή, όπως και η ομορφιά της Αμοργού. Ήταν μια ιστορία δύο ανθρώπων που βρήκαν ο ένας στον άλλο τον χαμένο τους παράδεισο, έναν τόπο όπου η αγάπη άνθισε, τόσο δυνατή, τόσο αληθινή, όσο και η ίδια η ψυχή του νησιού. Και η Αμοργός, με τα μυστικά της, τους βράχους της, τα γαλάζια νερά της, έγινε η αιώνια μάρτυρας του έρωτά τους, ένας έρωτας που φτιάχτηκε από το αλάτι, τον άνεμο, και την αιώνια ομορφιά του Αιγαίου.



