Η βροχή έπεφτε ασταμάτητα στην αρχαία πόλη των Ιωαννίνων, δημιουργώντας ασημένιες κουρτίνες που έλουζαν τα λιθόστρωτα σοκάκια και αγκαλιάζαν τα ηλικιωμένα κτίρια. Μέσα σε ένα ζεστό καφέ, με το άρωμα του φρεσκοκομμένου καφέ να πλανάται στον αέρα, η Ελένη στροβοθύσαγε το κουτάλι στο φλιτζάνι της, κοιτάζοντας έξω το θολωμένο τοπίο. Ήταν φοιτήτρια στο Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων, με όνειρα μεγαλεία, αλλά και μια αίσθηση μοναξιάς που συχνά την έπνιγε.
Εκείνη τη μέρα, όμως, κάτι ήταν διαφορετικό. Στην απέναντι πλευρά της αίθουσας, καθόταν ο Νίκος. Τον είχε προσέξει και άλλες φορές – με την αχλή μαλλιών του, τα βαθιά, εκφραστικά του μάτια και την ακατάπαυστη κίνηση των χεριών του όταν μιλούσε. Ήταν φοιτητής Θεολογίας, με μια σοφία που ξεπερνούσε τα χρόνια του. Σήμερα, όμως, κάτι τον τραβούσε στο βλέμμα της Ελένης. Ήταν η θλίψη που έκρυβε, η αναζήτηση που φαινόταν στα μάτια της.
Όταν ο Νίκος σηκώθηκε να φύγει, η μοίρα έπαιξε το δικό της παιχνίδι. Η βροχή είχε γίνει ακόμη πιο δυνατή, και καθώς η Ελένη προσπαθούσε να ανοίξει την ομπρέλα της, ένα δυνατό κύμα αέρα την έκανε να χάσει την ισορροπία της. Πριν προλάβει να πέσει, ένα χέρι την άρπαξε. Ήταν ο Νίκος.
“Σας πείραξε;” ρώτησε, με μια φωνή απαλή, σαν το θρόισμα των φύλλων.
“Όχι, σας ευχαριστώ,” απάντησε η Ελένη, αισθανόμενη να κοκκινίζει. “Ήταν λίγο απρόσεκτη.”
“Καμιά φορά, οι απρόσεκτοι δρόμοι οδηγούν στις πιο όμορφες συναντήσεις,” είπε εκείνος, χαμογελώντας. “Είμαι ο Νίκος.”
“Ελένη,” είπε εκείνη, νιώθοντας μια ανεξήγητη οικειότητα.
Έτσι ξεκίνησε. Άρχισαν να συναντιούνται, αρχικά τυχαία, μετά με ένα προμελετημένο “τυχαίο” ραντεβού. Περπατούσαν τα βράδια στην παραλίμνη, με τα φώτα της πόλης να καθρεφτίζονται στην ήρεμη επιφάνεια των νερών. Τους άρεσε η σοφία των λόγων του Νίκου, ο τρόπος που μπορούσε να βρει νόημα στα πιο ασήμαντα πράγματα. Η Ελένη, με τη δική της, πιο ξεσπασμένη φύση, τον γέμιζε με ενθουσιασμό και νέες ιδέες.
Μια νύχτα, καθισμένοι κάτω από το φεγγάρι, κοντά στο Κάστρο, ο Νίκος πήρε το χέρι της Ελένης. “Ξέρεις, Ελένη,” είπε, “ζωή είναι ένα σύντομο ταξίδι. Και εσύ, είσαι το φως που κάνει αυτό το ταξίδι πιο όμορφο. Το φως του Λαύρα.”
Η Ελένη ένιωσε μια ζεστασιά να την πλημμυρίζει. “Λαύρα,” ψιθύρισε. “Ποιο είναι το Λαύρα;”
“Είναι το φως που δίνει ζωή,” απάντησε ο Νίκος, χαϊδεύοντας το μάγουλό της. “Είναι η ελπίδα, η αγάπη, το νόημα. Και αυτό το φως, το βρήκα σε σένα.”
Η αγάπη τους ανθούσε όσο τα φύλλα μετά τη βροχή. Στις αίθουσες των πανεπιστημίων, στα στενά της πόλης, στα ήσυχα σημεία δίπλα στη λίμνη, ψιθύριζαν όρκους, μοιράζονταν σκέψεις, χτίζονταν μαζί. Η Ελένη γέμισε με την ηρεμία και τη σοφία του Νίκου, ενώ εκείνος άνοιξε τα φτερά του στην τόλμη και τον παλμό της.
Μια μέρα, ο Νίκος πήρε την Ελένη στο πιο απρόσμενο μέρος. Στην κορυφή ενός λόφου, με θέα ολόκληρη τη λίμνη, υπήρχε ένα μικρό, ξεχασμένο εκκλησάκι. “Εδώ, Ελένη,” είπε, “εδώ ορκίστηκαν οι πρόγονοί μου. Εδώ, θέλω να ορκιστούμε κι εμείς.”
Έξω από το εκκλησάκι, με τον άνεμο να τους χαϊδεύει τα πρόσωπα και τον ήλιο να τους λούζει με το χρυσό του φως, ο Νίκος έσκυψε και της ψιθύρισε: “Ελένη, με αγαπάς;”
“Με όλη μου την καρδιά, Νίκο,” απάντησε εκείνη, με δάκρυα στα μάτια.
“Ορκίζομαι να είμαι η σκέπη σου, η ελπίδα σου, ο ήλιος σου, για πάντα,” είπε εκείνος, και της έδωσε ένα φιλί, γλυκό σαν το μέλι που πίνουν οι μέλισσες από τα αγριολούλουδα της Ηπείρου.
Από εκείνη τη μέρα, η ζωή τους στα Ιωάννινα απέκτησε νέα διάσταση. Καθώς σπούδαζαν, δούλευαν, και χτίζανε το μέλλον τους, η αγάπη τους γινόταν ο συνδετικός κρίκος, η πυξίδα που τους οδηγούσε. Οι δύσκολες μέρες γίνονταν λιγότερο δύσκολες, οι χαρούμενες μέρες, πιο λαμπερές.
Και έτσι, στην πόλη που αγκαλιάζει τη λίμνη, μέσα στα φώτα που καθρεφτίζονται στα νερά, μια ιστορία αγάπης γράφτηκε, τόσο αληθινή, τόσο δυνατή, όσο το ίδιο το Λαύρα. Η Ελένη και ο Νίκος, δύο ψυχές που βρήκαν η μία στην άλλη το φως που έψαχναν, στο Λαύρα του έρωτα, στα γοητευτικά Ιωάννινα.



